διαμέτρησις

διαμέτρησις
measuring out
fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαμετρήσει — διαμέτρησις measuring out fem nom/voc/acc dual (attic epic) διαμετρήσεϊ , διαμέτρησις measuring out fem dat sg (epic) διαμέτρησις measuring out fem dat sg (attic ionic) διαμετρέω measure through aor subj act 3rd sg (epic) διαμετρέω measure… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμετρήσεις — διαμέτρησις measuring out fem nom/voc pl (attic epic) διαμέτρησις measuring out fem nom/acc pl (attic) διαμετρέω measure through aor subj act 2nd sg (epic) διαμετρέω measure through fut ind act 2nd sg διαμετρέω measure through aor subj act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμετρήσεσιν — διαμέτρησις measuring out fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμέτρησιν — διαμέτρησις measuring out fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμέτρηση — η (Α διαμέτρησις, εως) [διαμετρώ] 1. ο προσδιορισμός τού διαμετρήματος 2. καταμέτρηση …   Dictionary of Greek

  • ՉԱՓ — (ոյ, ոց, կամ ու, ով կամ աւ, կամ ու, ուց.) NBH 2 0572 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 5c, 6c, 7c, 8c, 10c, 11c, 12c, 13c գ. μέτρον mensura եւ temperamentum, modus συμμετρία apta proportio, moderatio διαμέτρησις dimensio… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • ՉԱՓԱՒՈՐՈՒԹԻՒՆ — ( ) NBH 2 0574 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 5c, 6c, 7c, 8c, 11c, 12c, 13c գ. συμμετρία, μετριότης, μέτρησις, διαμέτρησις dimensio, mensio, proportio, mediocritas, moderatio, modestia. Չափաւոր կամ սահմանաւորն գոլ. ընդ… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • διαμετρήσεων — διαμετρήσεω̆ν , διαμέτρησις measuring out fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμετρήσεως — διαμετρήσεω̆ς , διαμέτρησις measuring out fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμετρήσῃ — διαμετρήσηι , διαμέτρησις measuring out fem dat sg (epic) διαμετρέω measure through aor subj mid 2nd sg διαμετρέω measure through aor subj act 3rd sg διαμετρέω measure through fut ind mid 2nd sg διαμετρέω measure through aor subj mid 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.